Η ιστορία της μπίρας

Ο κάθε ένας από εμάς στη ζωή του έχει τύχει να ακούσει διάφορους μύθους για διάφορα θέματα. Μύθοι, που είχαν πάντα κάτι να σου πούν, να σε διδάξουν και να σε διασκεδάσουν. Μύθοι, που συνήθως αν δεν πρόσεχες αρκετά φάνταζαν σαν αληθινά γεγονότα που συνέβησαν κάπου, κάποια στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Έτσι φαντάζει και η ιστορία ενός ποτού, τόσο παλιού, που οι άνθρωποι ξέχασαν που, πότε και πως δημιουργήθηκε. Φυσικά μιλάμε για την μπίρα, ίσως το πιο ξεχωριστό ποτό ανάμεσα σε τόσα άλλα. Ας προσπαθήσουμε όμως να προσεγγίσουμε την ιστορία της.

Όσοι έχουν μιλήσει ή έχουν γράψει για την μπίρα συμφωνούν ότι είναι από τα αρχαιότερα ποτά, που δεν εφευρέθηκε ή δημιουργήθηκε από τον άνθρωπο, αλλά ανακαλύφθηκε τυχαία. Αρκούσε ένα ξεχασμένο βρεγμένο καρβέλι κριθαρένιου ψωμιού για να αρχίσει μια ζύμωση την οποία οι άνθρωποι παρατήρησαν και εξέλιξαν. Είναι γνωστό ότι η μπίρα πρωτοεμφανίστηκε πριν από περίπου 5500 με 6000 χρόνια. Οι Μεσοποτάμιοι αρχικά ανέπτυξαν τον τρόπο παρασκευής της και αργότερα οι αιγύπτιοι ήταν εκείνοι που, υπό την αιγίδα του Φαραώ, την ανέπτυξαν σε μεγάλο βαθμό και ήταν οι πρώτοι που την εξήγαγαν στα γειτονικά κράτη και στην Ευρώπη, γύρω στο 2000 π.Χ.. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ηρόδοτος και άλλοι πολλοί αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονται σε συνταγές και μεθόδους παρασκευής του εν λόγω «οίνου από κριθάρι», όπως ονόμαζαν τον ζύθο, στην Αίγυπτο.

Αρχικά, για την παρασκευή του χρησιμοποιούσαν ακατέργαστο κριθάρι και ένα είδος σιταριού, είχε σκούρο χρώμα και ήταν ελαφριά από αλκοόλ. Οι πρώτοι ζυθοποιοί δεν γνώριζαν τίποτα γύρω από την ζύμωση, παρά μόνο από εμπειρία ήξεραν ότι τα υπολείμματα από προηγούμενες ζυθοποιήσεις, που παρέμεναν στο εσωτερικό των δοχείων που χρησιμοποιούσαν για αυτή την δουλειά, ήταν ικανά να χαλάσουν την νέα ζύμωση και το προϊόν. Γαλακτικά όξινα βακτηρίδια δίνανε έναν ελαφρύ ξινό χαρακτήρα στο ποτό. Ο λυκίσκος ήταν άγνωστος μέχρι τότε, κι έτσι δεν τον χρησιμοποιούσαν. Για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε το 1097 μ.Χ. και από τότε είναι ένα από τα βασικά συστατικά της μπίρας, δίνοντάς της την χαρακτηριστική αυτή γεύση και οσμή.

Οι Βαβυλώνιοι χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή της μπίρας βύνη κριθαριού, πλούσια σε ζάχαρη, και ακατέργαστο σίτο, ο οποίος έδινε μία ξινή και φρουτόδη γεύση. Παρήγαγαν ανοιχτόχρωμη ή σκουρόχρωμη μπίρα, ανάλογη με την ζήτηση. Πολτοποιούσαν τα υλικά ρίχνοντας τους καυτό νερό, και το αφήνανε να γίνει η πρώτη ζύμωση. Έπειτα, η πηχτή μπίρα έμπαινε σε μικρότερα δοχεία και αποθηκευόταν σε σκοτεινά και υγρά κελάρια, όπου γινόταν μια δεύτερη ζύμωση.

Από την άλλη, οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν μόνο βύνη κριθαριού και παρήγαγαν μια σκουρόχρωμη μπίρα. Πρόσθεταν αλάτι και φυτά όπως ο μανδραγόρας, για να εξισορροπήσουν την γλυκύτητα της βύνης.

Τον 8ο περίπου αιώνα μ.Χ., η τέχνη της ζυθοποίησης στην Αίγυπτο σταμάτησε μετά από τις επιδρομές των Μουσουλμάνων, και την επιβολή του Κορανίου που απαγόρευε κάθε είδους αλκοολούχου ποτού. Αλλά το μυστικό είχε ήδη μεταφερθεί στους κατοίκους της Βαυαρίας και της Βοημίας, και μετά εξαπλώθηκε στις βόρειες χώρες, αλλά και μέχρι τις Βρετανικές ακτές.

Η ζυθοποίηση στις Ευρωπαϊκές χώρες ήταν μια από τις δουλειές των γυναικών, οι οποίες παράλληλα με το ψωμί, φτιάχνανε και την μπίρα, μιας και τα υλικά ήταν τα ίδια. Συχνά, μια γυναίκα που έφτιαχνε πολύ καλή μπίρα γινόταν περιζήτητη νύφη, αποκτώντας τον σεβασμό των αντρών. Οι πρώτες μπιραρίες στην ιστορία ήταν τα σπίτια των γυναικών αυτών, όπου μαζεύονταν ο κόσμος για να πιει και για να αγοράσει μπίρα.

Στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. η παραγωγή της μπύρας πέρασε και στα μοναστήρια, όπου οι μοναχοί είχαν βρει ένα εξαιρετικό ποτό για να συνοδεύουν τα γεύματά τους, αλλά και για τις ημέρες της νηστείας τους, μιας και επιτρεπόταν και ήταν ιδιαίτερα θρεπτική. Λίγο αργότερα άρχισαν να την εμπορεύονται, μιας και ήταν εξαιρετικής ποιότητας, με αποτέλεσμα της γενικότερης αποδοχής. Είχαν φτάσει γύρω στις 400 με 500 μοναστηριακές ζυθοποιίες, μόνο στην Γερμανία. Μόλις όμως οι ανώτατοι άρχοντες εκείνης της εποχής διαπίστωσαν τα κέρδη της, φορολόγησαν σε τέτοιο βαθμό τις μοναστηριακές ζυθοποιίες, με αποτέλεσμα το κλείσιμο των περισσοτέρων.

Εκείνη την εποχή οι Σκανδιναβοί και οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν κατά την παρασκευή της μπίρας ένα μείγμα από βότανα και φυτά, ονομασμένο “gruit” ή “grut”, και το οποίο περιείχε μεταξύ άλλων γλυκάνισο, δεντρολίβανο, μούρα, σπόρους και πολλά άλλα. Κάποια από αυτά τα φυτά ήταν όμως δηλητηριώδη, δίνοντας άσχημη γεύση στην μπίρα, ή δημιουργώντας παρενέργειες σε αυτούς που την έπιναν. Έτσι, σε μια εποχή γεμάτη δεισιδαιμονίες, οι γυναίκες που τις έφτιαχναν θεωρήθηκαν μάγισσες και πολλές από αυτές κάηκαν στην πυρά, με το τελευταίο συμβάν το 1591 μ.Χ. Αυτές οι γυναίκες έμειναν στην ιστορία ως “μάγισσες της μπύρας”.

Τα παραπάνω άλλαξαν στα τέλη του 16ου αιώνα, με την ευρεία χρησιμοποίηση του λυκίσκου στην δημιουργία της μπίρας, ενώ από το 1516 ο δούκας της Βαυαρίας Wilheim IV είχε καθιερώσει με νόμο τις προδιαγραφές παρασκευής μπίρας, με κύρια συστατικά το ύδωρ, την βύνη και τον λυκίσκο.

Στην Ελλάδα το πρώτο εργοστάσιο παρασκευής ζύθου ήταν αυτό του Ιωάννη Γ. Φίξ που κατασκευάστηκε το 1864. Αργότερα ακολούθησαν σε όλη την Ελλάδα και άλλα μικρά ζυθοποιία όπως το Μάμος, Fischer, Μπερνουδιάκης, Τσοκαρόπουλος και άλλοι. Τον Ιωάννη Φίξ διαδέχθηκε ο Κάρολος Φίξ, ο οποίος επέκτεινε την επιχείρηση και το 1893 δημιούργησε ένα νέο μεγάλο εργοστάσιο στην λεωφόρο Συγγρού στην Αθήνα. Το 1890 στην Θεσσαλονίκη δημιουργήθηκε το εργοστάσιο «Όλυμπος», το οποίο λίγο μετά το 1908 ενώθηκε με το εργοστάσιο «Νάουσα». Τέλος το 1928, περίπου, ενώθηκαν και αυτά με την εταιρία του Κάρολου Φίξ.

Σήμερα, στην Ελλάδα κυκλοφορούν πολλά είδη και ονόματα μπίρας, κάποιες παρασκευάζονται από ελληνικές ζυθοποιίες και άλλες που είναι ξένης προέλευσης αλλά παρασκευάζονται και διατίθενται στην αγορά από μεγάλες ελληνικές εταιρίες.




 

Γνωρίζατε ότι...

Η λέξη "Cash", που στα αγγλικά σημαίνει "Μετρητά, χρήματα", πηγάζει από το όνομα "Kash" που είχαν δώσει στην μπίρα οι εργάτες που έχτιζαν τις πυραμίδες στην αρχαία Αίγυπτο, η οποία ήταν και η πληρωμή τους.